top of page
ΑΜΒΡΑΚΙΚΟΣ_3.jpg

Ανασκαφικό Πρόγραμμα Στρογγυλής

Ερευνητικό ιστορικό

Οι πρώτες διοικητικές πράξεις που αφορούσαν την προστασία των αρχαιοτήτων στη θέση Στρογγυλή ανάγονται στην Υπουργική Απόφαση 15794/19.12.1961, η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 35/Β/02.02.1962. Με την πράξη αυτή ο χώρος εντάχθηκε σε καθεστώς αρχαιολογικής προστασίας και, περαιτέρω, τα ερείπια οικοδομικού συνόλου που χαρακτηρίστηκαν τότε ως βυζαντινής προέλευσης χαρακτηρίστηκαν ιστορικώς διατηρητέα μνημεία. Ως αρμόδιος φορέας ορίστηκε η κατά τόπον 8η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων. Σημειώνεται ωστόσο ότι, σύμφωνα με τα έως σήμερα δεδομένα της επιστημονικής έρευνας, στον συγκεκριμένο χώρο δεν έχει εντοπισθεί βυζαντινό κτίσμα. Η αρχική αυτή διοικητική πράξη φαίνεται πιθανό να συνδέεται με εσφαλμένη χρονολόγηση του οκταγωνικού κτηρίου (των λουτρών) το οποίο, σε μεταγενέστερη φάση της αρχαιολογικής έρευνας, τεκμηριώθηκε ότι ανήκει στη ρωμαϊκή περίοδο και όχι στους παλαιοχριστιανικούς χρόνους. Ακολούθησε, περίπου ένα έτος αργότερα, η Υπουργική Απόφαση 15904/24.11.1962 (ΦΕΚ 473/Β/17.12.1962), με την οποία καταχωρίστηκαν ως αρχαιολογικοί χώροι τα κατάλοιπα οικοδομικού συγκροτήματος και λουτρών της ρωμαϊκής εποχής, συμπεριλαμβανομένων και των σωζόμενων ψηφιδωτών στο τμήμα της Κοινότητας Στρογγυλής. Η διαχείριση και προστασία του υλικού αυτού πολιτιστικού αποθέματος ανατέθηκε στην αρμόδια ΙΒ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων. Πρέπει να επισημανθεί ότι οι δύο αυτές πράξεις καθιέρωσαν ένα καθεστώς αποσπασματικής προστασίας, καθώς δεν συνοδεύονταν από τοπογραφική τεκμηρίωση που να καθορίζει με ακρίβεια την έκταση, τα ακριβή όρια και τις χωρικές παραμέτρους των προστατευόμενων μνημείων. Η πλήρης και οριστική οριοθέτηση του αρχαιολογικού χώρου, με νομική ισχύ και σαφή καθορισμό των χωρικών στοιχείων της προστατευόμενης ζώνης, πραγματοποιήθηκε πολύ αργότερα. Η σχετική απόφαση εγκρίθηκε με τη δημοσίευση του ΦΕΚ 111/ΑΑΠ/27.05.2011 [ΥΠΠΟΤ/ΓΔΑΠΚ/ΑΡΧ/Α1/Φ33/41288/1825/19-04-2011]. Η πράξη αυτή εισήγαγε, για πρώτη φορά, επίσημο τοπογραφικό διάγραμμα και καθόρισε το εύρος του χώρου που τίθεται υπό προστασία, για την αναγκαία διαφύλαξη των σημαντικών αρχαιοτήτων που σώζονται στην περιοχή. Συμπεριλήφθηκαν τόσο ο λόφος Ποδαρούλι, όπου εντοπίζεται ο κυρίως πυρήνας του αρχαιολογικού τόπου, όσο και οι υποκείμενες ζώνες και η πέριξ πεδινή έκταση.

Κατά το έτος 1946, ο Φώτιος Πέτσας, υπηρετώντας ως Έφορος της 10ης Περιφέρειας Αρχαιοτήτων (Ήπειρος), πραγματοποίησε αυτοψία στην Στρογγυλή κατόπιν αναφοράς του δημοδιδασκάλου Γ. Δ. Γαζέτα. Στη διάρκεια της αυτοψίας εντόπισε κτηριακά κατάλοιπα της κλασικής περιόδου μέσα σε έλος, καθώς και ένα οκταγωνικό οικοδόμημα, το οποίο, σύμφωνα με στοιχεία του αρχείου της τότε αρμόδιας αρχαιολογικής υπηρεσίας, καταχωρίστηκε εσφαλμένα ως βυζαντινό. Ιδιαίτερη καμπή στη μελέτη της Στρογγυλής αποτέλεσε η άποψη του καθηγητή Σ. Δάκαρη ότι οι σωζόμενες αρχαιότητες συγκροτούν ένα εκτεταμένο ρωμαϊκό σύνολο, προϊόν της ευρύτερης οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης της Ηπείρου κατά τη ρωμαϊκή περίοδο. Τεκμηριώθηκε ότι τα ερείπια στον λόφο Ποδαρούλι αποτελούσαν έπαυλη αγροτικού τύπου (villa rustica), ενώ το οκταγωνικό κτήριο ερμηνεύθηκε ως λουτρικό συγκρότημα που εντασσόταν στην ευρύτερη εγκατάσταση της έπαυλης. Η αρχική χρονολόγηση του συγκροτήματος από τον Σ. Δάκαρη στον 1ο αι. π.Χ. δεν επιβεβαιώθηκε, καθώς οι μεταγενέστερες αρχαιολογικές έρευνες οδήγησαν στη χρονολόγησή του από τον 1ο έως τον 3ο αι. μ.Χ.

Οι πρώτες συστηματικές αρχαιολογικές έρευνες πεδίου ξεκίνησαν το 1989 από την 8η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων Ιωαννίνων. Στους πρόποδες του λόφου Ποδαρούλι, στο βόρειο άκρο του Μαυροβουνίου, εντοπίστηκαν εγκαταστάσεις σχετικές με την ελαιοπαραγωγή και κτηριακό σύνολο λουτρικών χρήσεων της ρωμαϊκής περιόδου, ενώ στην κορυφή του λόφου διαπιστώθηκε η ύπαρξη καταλοίπων ψηφιδωτών δαπέδων, καθώς και συλημένων κιβωτιόσχημων τάφων. Κατά τα έτη 1992 και 1994 υλοποιήθηκε από το Πανεπιστήμιο Βοστόνης, σε συνεργασία με την ΙΒ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων και την 8η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, η πλέον ολοκληρωμένη επιφανειακή έρευνα (στο πλαίσιο του διεπιστημονικού Nikopolis Project), η οποία περιέλαβε αρχαιολογική και γεωαρχαιολογική διερεύνηση των υψωμάτων και του περιβάλλοντος χώρου. Από τα δεδομένα της έρευνας προέκυψαν νέα συμπεράσματα για τη γεωλογική εξέλιξη της περιοχής. Την ίδια χρονιά, εντοπίστηκε στη θέση Αραπόσπιτα κτίσμα δομημένο με ορθογώνιους και πολυγωνικούς λίθους. Η μορφολογία της τοιχοποιίας, σε συνδυασμό με όστρακα μαύρου γυαλιστερού γραπτού ρυθμού, προερχόμενα από παρακείμενες καλλιέργειες και παραδοθέντα στην υπηρεσία από κάτοικο της Στρογγυλής, οδήγησαν στη χρονολόγηση του κτηρίου στο τέλος της κλασικής και στις απαρχές της ελληνιστικής περιόδου (3ος-4ος αι. π.Χ.). Η συστηματική αποτύπωση επέτρεψε επιπλέον τον εντοπισμό άλλων μνημειακών ενοτήτων στη λοφοσειρά: στις νοτιοδυτικές παρυφές του λόφου Ποδαρούλι καταγράφηκαν κατάλοιπα ελαιοτριβείου, στις νοτιοανατολικές εξακριβώθηκε μεγάλο κτήριο με καμαροσκέπαστους χώρους που ερμηνεύθηκε ως λουτροθεραπευτικό συγκρότημα, ενώ στην κορυφή του λόφου αποκαλύφθηκαν δομικά στοιχεία αγρέπαυλης ρωμαϊκών χρόνων με υπολείμματα ψηφιδωτών δαπέδων. Λίγο ανατολικότερα εντοπίστηκαν δύο κιβωτιόσχημοι τάφοι, πιθανόν ανήκοντες σε σχετιζόμενο ταφικό χώρο.

Στο πλαίσιο των εργασιών του 1992, η ΙΒ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων ανέθεσε σε συνεργείο συντήρησης υπό τον Α. Χιώτη τον καθαρισμό και την πρώτη προστασία των ψηφιδωτών δαπέδων στην κορυφή του λόφου (Χώροι 12 και 13), τα οποία καλύφθηκαν έκτοτε με προσωρινή κατασκευή προστασίας. Η τεκμηρίωσή τους ανέδειξε την υψηλή καλλιτεχνική τους αξία και την ανάγκη συστηματικής μελλοντικής συντήρησης. Στα έτη 1993-1994 πραγματοποιήθηκαν, υπό την εποπτεία της ΙΒ΄ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων και με χρηματοδότηση της Κοινότητας Στρογγυλής από το πρόγραμμα LEADER I, ανασκαφικές εργασίες που αποκάλυψαν το μεγαλύτερο μέρος της αγρέπαυλης και νέα τμήματα ψηφιδωτών (Χώροι 7 και 10). Μετά την αποκάλυψή τους τα δάπεδα καλύφθηκαν προσωρινά με πρόχειρες κατασκευές. Η τοπογραφική αποτύπωση της ίδιας περιόδου παρήγαγε ολοκληρωμένο διάγραμμα του χώρου. Από τα αρχιτεκτονικά δεδομένα τεκμηριώνεται ότι η έπαυλη απαρτιζόταν από δύο πτέρυγες: τη νότια, που περιλάμβανε τις κύριες κατοικημένες ενότητες (εννέα δωμάτια οργανωμένα σε σχήμα Π γύρω από τον επιμήκη προθάλαμο 8, όπου διαμορφωνόταν και η κύρια είσοδος), και τη βόρεια, όπου εντοπίστηκαν τέσσερις ακόμη χώροι. Ο χώρος 4 πιθανότατα αντιστοιχεί στο αίθριο. Η μορφή του οικοδομήματος ανταποκρίνεται στον τύπο έπαυλης με διάδρομο ή στοά (corridor/porticus villa). Η χρήση του συγκροτήματος τεκμηριώνεται από τον 1ο έως τον 3ο αι. μ.Χ., περίοδο κατά την οποία υπέστη επαναλαμβανόμενες επεμβάσεις στο αρχικό σχέδιο. Στα κινητά ευρήματα περιλαμβάνονται άβαφη κεραμεική οικιακής χρήσης, ανάγλυφοι λύχνοι, σκύφοι, τμήματα αμφορέων, λίγα αρχιτεκτονικά μέλη και περιορισμένος αριθμός νομισμάτων της περιόδου Αυγούστου, Σεπτίμιου Σεβήρου, Καρακάλλα και Γαλλιηνού.

Το 1994 πραγματοποιήθηκαν περιορισμένες ανασκαφικές τομές στο οκταγωνικό κτίσμα των νοτιοδυτικών προπόδων του όρους Ποδαρούλι, οι οποίες περιορίστηκαν στην αφαίρεση επιχώσεων και στην αποκάλυψη τμημάτων της τοιχοποιίας. Τέλος, στα έτη 2001 και 2002 η ΙΒ΄ Εφορία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων  προχώρησε σε ανασκαφικές και στατικές εργασίες στο ελαιοτριβείο. Απομακρύνθηκαν οι επιχώσεις μέχρι το φυσικό πέτρωμα και ήρθαν στο φως οι εξωτερικές τοιχοποιίες του εργαστηρίου, τρία λίθινα πιεστήρια με εσωτερική κόγχη και κεντρικό λίθινο κίονα, καθώς και τρεις λίθινες λεκάνες ελαιοπιεστηρίου. Τα πιεστήρια μεταφέρθηκαν προσωρινά σε παρακείμενο αγρό για συντήρηση και συγκόλληση, και κατόπιν επανατοποθετήθηκαν σε τεχνητές βάσεις. Ο υπόλοιπος χώρος επιχώθηκε ομοιόμορφα με χαλίκι για λόγους προστασίας.

Αρχής γενομένης από το έτος 2024 και συστηματικά πλέον από το 2025 υλοποιείται Ανασκαφικό Πρόγραμμα στη βάση πρωτοκόλλου συνεργασίας μεταξύ της Εφορείας Αρχαιοτήτων Άρτας/Υπουργείου Πολιτισμού και του Πανεπιστημίου Πατρών (Τμήμα Ιστορίας - Αρχαιολογίας), κατόπιν χορήγησης άδειας στο Πανεπιστήμιο Πατρών, Τμήμα Ιστορίας- Αρχαιολογίας για έναρξη πενταετούς προγράμματος (2025-2029) συστηματικής αρχαιολογικής έρευνας στον αρχαιολογικό χώρο της Στρογγυλής Αρτας, σε συνεργασία με την Εφορεία Αρχαιοτήτων Άρτας [ΑΔΑ: 90ΨΕ46ΝΚΟΤ-7ΦΑ /04.08.2025]. Το Πρόγραμμα αφορά στην ανασκαφική και επιφανειακή έρευνα στον αρχαιολογικό χώρο της Στρογγυλής Άρτας, υπό τη διεύθυνση της Προϊσταμένης του Τμήματος Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων και Μουσείων και αναπληρώτριας ελλείποντος Προϊσταμένου της Εφορείας Αρχαιοτήτων Άρτας κας Θεοδώρας Κοντογιάννη με συμμετοχή της επιστημονικής ομάδας του Πανεπιστημίου Πατρών και επικεφαλής τον καθηγητή της ιστορίας και αρχαιολογίας των πολιτισμών του Τμήματος Ιστορίας-Αρχαιολογίας κ. Χρήστο Μεράντζα και ομάδας φοιτητών/τριών του οικείου Τμήματος.[1]

 

 

[1] Την ανασκαφική περίοδο Σεπτεμβρίου 2024 (01.09-14.09) συμμετείχαν οι ακόλουθοι/ες φοιτητές/τριες: Καρύπη Όλγα, Κοτσώρη Ανθία-Ιλιάνα, Μάρκου Μαρία-Αθηνά, Ντζίμας Δημήτριος, Παπαδομανωλάκης Μανωλιός, Προμπονά Μαρία, Σπυροπούλου Μαρία. Την ανασκαφική περίοδο Αυγούστου-Σεπτεμβρίου 2025 (28.08-13.09) συμμετείχαν οι ακόλουθοι/ες φοιτητές/τριες: Εξαρχόπουλος Αναστάσιος, Καπρούλιας Διονύσιος, Κονταξή Παναγιώτα, Κουτρουμάνη Παρασκευή, Λεοντίου Ιωάννης, Μπάρμπας Σταύρος, Ξάνθος Επαμεινώνδας, Παπαγεωργίου Σωτήριος, Παπαναγιώτου Κωνσταντίνος, Παράλαιμος Παναγιώτης-Πυθαγόρας, Προμπονά Μαρία, Σιώλη Ειρήνη, Στραβοσκούφης Δημήτριος.

Κριτική επανεκτίμηση της ρωμαϊκής αγρέπαυλης της Στρογγυλής

 

Η αγρέπαυλη της Στρογγυλής προβάλλεται συχνά ως ένα αντιπροσωπευτικό παράδειγμα ρωμαϊκής γεωργικής και βιοτεχνικής εγκατάστασης στην Ήπειρο. Πράγματι, ο συνδυασμός κατοικίας υψηλών προδιαγραφών, λουτρικής υποδομής και εκτεταμένων εγκαταστάσεων ελαιοπαραγωγής συνιστά ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον σύνολο. Ωστόσο, η ερμηνεία του χώρου δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τα μεθοδολογικά όρια της έρευνας, τον αποσπασματικό χαρακτήρα της ανασκαφής και την απουσία άμεσων επιγραφικών μαρτυριών. Η γεωγραφική θέση της Στρογγυλής, σε άμεση σχέση με τον Αμβρακικό κόλπο και τις λιμνοθάλασσες της περιοχής, ερμηνεύεται συνήθως ως στρατηγική επιλογή με σαφή οικονομικό προσανατολισμό. Παρότι η εγγύτητα σε υδάτινους πόρους και δίκτυα μεταφοράς πράγματι ενισχύει το επιχείρημα αυτό, δεν θα πρέπει να υποτιμάται ο ρόλος των φυσικών περιορισμών (υγροτοπικά εδάφη, πλημμυρικά φαινόμενα, γεωμορφολογικές μεταβολές). Η υπόθεση μιας σταθερής και αδιάλειπτης εκμετάλλευσης της περιοχής ενδέχεται να απλουστεύει μια πιο σύνθετη πραγματικότητα, όπου περίοδοι έντονης δραστηριότητας εναλλάσσονταν με φάσεις μερικής ή πλήρους εγκατάλειψης.

 

Η ερμηνεία της κύριας κατοικίας ως έπαυλης ή αγρέπαυλης (villa rustica) εύπορου γαιοκτήμονα βασίζεται κυρίως στην αρχιτεκτονική διάρθρωση, στην ποιότητα κατασκευής και στη διακόσμηση των δωματίων με ψηφιδωτά. Αν και τα στοιχεία αυτά συνηγορούν υπέρ μιας ανώτερης κοινωνικής θέσης, η απουσία μέχρι σήμερα επιγραφών ή σαφών ιστορικών αναφορών δεν επιτρέπει ασφαλή ταύτιση των ενοίκων. Η σύνδεση με Ρωμαίους αποίκους τύπου Epirotici homines αποτελεί εύλογη αλλά όχι αποδεδειγμένη υπόθεση. Δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο το συγκρότημα να ανήκε σε τοπική ελίτ που υιοθέτησε ρωμαϊκά πρότυπα διαβίωσης, επιδιώκοντας κοινωνική προβολή και ενσωμάτωση στο νέο διοικητικό και οικονομικό πλαίσιο. Τα ψηφιδωτά δάπεδα θεωρούνται συχνά τεκμήριο οικονομικής ευμάρειας. Ωστόσο, η παρουσία τους δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην διαρκή πλούτο ή αδιάλειπτη χρήση του χώρου. Η επιλογή γεωμετρικών και επαναλαμβανόμενων θεμάτων μπορεί να αντανακλά περισσότερο την υιοθέτηση ευρέως διαδεδομένων αισθητικών προτύπων παρά μια εξατομικευμένη επίδειξη πλούτου. Επιπλέον, η διατήρηση των ψηφιδωτών σε συγκεκριμένους χώρους ενδέχεται να υποδηλώνει διαφοροποιήσεις στη χρήση των δωματίων και όχι ομοιόμορφα υψηλό επίπεδο διαβίωσης σε ολόκληρη την έπαυλη.

 

Η ύπαρξη οκταγωνικού βαλανείου συχνά ερμηνεύεται ως στοιχείο πολυτελούς τρόπου ζωής. Παρόλα αυτά, σε αγροτικά συγκροτήματα με έντονη παραγωγική δραστηριότητα, οι λουτρικές εγκαταστάσεις ενδέχεται να εξυπηρετούσαν και πρακτικές ανάγκες υγιεινής εργατικού δυναμικού. Η διάκριση μεταξύ «ιδιωτικού» και «ημι-δημόσιου» χαρακτήρα του λουτρού παραμένει ασαφής, ιδίως ελλείψει σαφών αρχιτεκτονικών ή επιγραφικών ενδείξεων. Το ελαιοτριβείο, με τη σειρά του, αποτελεί αναμφίβολα το πιο τεκμηριωμένο τμήμα του συγκροτήματος. Παρά ταύτα, οι εκτιμήσεις για την ετήσια παραγωγή ελαιόλαδου βασίζονται σε θεωρητικά μοντέλα και συγκρίσεις με άλλες θέσεις, όχι σε άμεσες ποσοτικές αποδείξεις. Η υπόθεση εξαγωγικού προσανατολισμού, κυρίως προς την Νικόπολη, είναι λογική αλλά παραμένει υποθετική, καθώς δεν συνοδεύεται από σαφή στοιχεία διακίνησης, όπως σφραγίδες αμφορέων ή εμπορικές επιγραφές.

 

Η χρονολόγηση της αγρέπαυλης, με βάση τα αρχαιολογικά τεκμήρια, μεταξύ 1ου και 4ου αι. μ.Χ. αντανακλά τα όρια των διαθέσιμων κινητών ευρημάτων. Ωστόσο, η αποσπασματική φύση της ανασκαφής δεν επιτρέπει την ασφαλή ανασύσταση της χρονικής εξέλιξης του συγκροτήματος. Η πιθανότητα μεταγενέστερης χρήσης ή ανακατάληψης του χώρου δεν μπορεί να αποκλειστεί, αλλά ούτε και να τεκμηριωθεί επαρκώς με τα υπάρχοντα δεδομένα. Η αγρέπαυλη της Στρογγυλής αποτελεί σημαντικό αρχαιολογικό τεκμήριο για τη ρωμαϊκή ύπαιθρο της Ηπείρου, ωστόσο η ερμηνεία της απαιτεί διαρκή κριτική εγρήγορση. Πολλές από τις καθιερωμένες αναγνώσεις βασίζονται μέχρι στιγμής σε εύλογες, αλλά μη αποδεδειγμένες υποθέσεις, οι οποίες οφείλουν να επανεξετάζονται υπό το πρίσμα των νέων δεδομένων. Η περαιτέρω συστηματική έρευνα είναι απαραίτητη όχι μόνο για την πληρέστερη κατανόηση του συγκεκριμένου χώρου, αλλά και για τη διαμόρφωση μιας πιο ισορροπημένης εικόνας της ρωμαϊκής αγροτικής οικονομίας και κοινωνίας στην Ήπειρο.

 

Η Ήπειρος κατά την ύστερη αρχαιότητα και τους πρώιμους βυζαντινούς χρόνους παρουσιάζει ένα σύνθετο αρχαιολογικό τοπίο, όπου οι παράλιες θέσεις, οι οχυρωμένοι λόφοι, οι αγροτικές εγκαταστάσεις και τα μεγάλα αστικά κέντρα συνθέτουν ένα δυναμικό πλέγμα αλληλεξάρτησης. Σε αυτό το πλαίσιο, η Νικόπολη, ως το κυρίαρχο διοικητικό, αστικό και εκκλησιαστικό κέντρο της περιοχής, και η Στρογγυλή, ως μικρότερη, αλλά σημαντική αγροτική και παραθαλάσσια εγκατάσταση, αποτελούν δύο χαρακτηριστικούς αρχαιολογικούς πόλους, οι οποίοι φωτίζουν τόσο το μοντέλο ρωμαϊκής οργάνωσης του χώρου όσο και τις μεταγενέστερες εξελίξεις των πρώιμων βυζαντινών χρόνων. Η συσχέτιση των δύο θέσεων επιτρέπει την κατανόηση των μηχανισμών που διαμόρφωσαν την οικονομία, την οικιστική διάρθρωση και τις δικτυώσεις του Αμβρακικού κόλπου. Η Παλαιά Ήπειρος, ως γεωγραφικός και ιστορικός χώρος, χαρακτηρίζεται από την έντονη εναλλαγή παράλιων και ορεινών όγκων, τις φυσικές λιμενικές εσοχές, τους θαλάσσιους διαύλους επικοινωνίας και το ισχυρό κλειστό οικοσύστημα του Αμβρακικού. Στους ρωμαϊκούς χρόνους, ο χώρος εντάσσεται στο διοικητικό πλαίσιο της Epirus Vetus, με την ίδρυση της Νικόπολης να λειτουργεί ως κομβικό σημείο αστικοποίησης και συγκεντρωτικού ελέγχου. Αρχαιολογικά, η περιοχή παρουσιάζει μωσαϊκό θέσεων όπως παράλιες εγκαταστάσεις με εμπορικό χαρακτήρα, μικρούς αγροτικούς οικισμούς, επαύλεις που εκμεταλλεύονται την ενδοχώρα και οχυρώσεις σε υψώματα που ελέγχουν τις μετακινήσεις. Στην ύστερη αρχαιότητα, οι αλλαγές στο περιβάλλον, ιδίως στον Αμβρακικό κόλπο, σε συνδυασμό με τις μεταβαλλόμενες οικονομικές ισορροπίες της ρωμαϊκής διοίκησης και τις πιέσεις στα σύνορα του δυτικού ελλαδικού χώρου, οδήγησαν σε αναδιάταξη του δικτύου κατοίκησης. Η Νικόπολη διατήρησε τον ρόλο της μητρόπολης, ενώ μικρότερες θέσεις, όπως η Στρογγυλή, ενίσχυσαν ίσως τον ρόλο τους ως παραγωγικά και δευτερεύοντα εμπορικά κέντρα που τροφοδοτούν το αστικό κέντρο.

 

Η Νικόπολη, ιδρυμένη από τον Οκταβιανό Αύγουστο μετά τη ναυμαχία του Ακτίου (31 π.Χ.), αποτέλεσε από την αρχή ένα τυπικό παράδειγμα ρωμαϊκού αστικού προγραμματισμού στην Ήπειρο. Η θέση της, στον στενό έλεγχο του Αμβρακικού κόλπου και των πλεονεκτικών θαλάσσιων οδών, κατέστησε την πόλη διοικητικό πυρήνα της Epirus Vetus και διαμεσολαβητή ανάμεσα στην ενδοχώρα και τα ευρύτερα δίκτυα της Μεσογείου. Αρχαιολογικά, το εκτεταμένο οικιστικό πρόγραμμα, με οδικό πλέγμα, τείχη, θέατρα, στάδια, δημόσια λουτρά, υδραγωγεία και μνημειώδεις βασιλικές της παλαιοχριστιανικής εποχής, υποδηλώνει μία οργανωμένη, εξελιγμένη και διαρκώς ανανεούμενη αστική ζωή. Στους πρώιμους βυζαντινούς χρόνους, η Νικόπολη μετασχηματίστηκε. Οι οχυρώσεις ενισχύθηκαν, ενώ τα μεγάλα δημόσια κτήρια έλαβαν νέα χρήση ή εντάχθηκαν σε έναν αστικό ιστό πιο «συσπειρωμένο». Παράλληλα, η πόλη εξελίχθηκε σε σημαντικό εκκλησιαστικό κέντρο, με τις βασιλικές της να αντικατοπτρίζουν τον ρόλο της ως μητρόπολης. Τα αρχαιολογικά δεδομένα από κεραμεική, νομίσματα και στρωματογραφία καταδεικνύουν αδιάλειπτη χρήση και προσαρμοστικότητα, παρά τις περιβαλλοντικές αλλαγές και τις ιστορικές πιέσεις.

 

Σε αντίθεση με την αστική διάσταση της Νικόπολης, η Στρογγυλή παρουσιάζεται ως αγροτικός και παράκτιος οικιστικός σχηματισμός, ενταγμένος στο παραγωγικό σύστημα του Αμβρακικού. Η τοποθέτηση της Στρογγυλής σε σημείο με πρόσβαση σε μικρό φυσικό αγκυροβόλιο ενισχύει την ερμηνεία της ως μικρού πιθανόν δευτερεύοντος λιμενικού σταθμού ή εμπορικής διεξόδου για προϊόντα της ενδοχώρας. Η οικονομία της δεν είχε αυτάρκη χαρακτήρα, αλλά λειτουργούσε ίσως μέσα σε δίκτυο ανταλλαγών, στο οποίο η πρωτεύουσα μητρόπολη απορροφούσε και αναδιένειμε πόρους. Η σχέση των δύο θέσεων θα πρέπει να είναι συμπληρωματική και δομική. Η αρχαιολογική εικόνα του κόλπου δείχνει οικονομική ιεράρχηση, όχι ισοτιμία. Η Νικόπολη αποτελεί το κέντρο βάρους, ενώ η Στρογγυλή ανήκει στο σύστημα δορυφόρων θέσεων που εξασφαλίζουν την οικονομική βιωσιμότητα της μητρόπολης κατά τους ύστερους ρωμαϊκούς και πρώιμους βυζαντινούς αιώνες.

Παλαιογεωγραφική δυναμική του Αμβρακικού κόλπου

 

Η Στρογγυλή βρίσκεται στη βόρεια απόληξη του Μαυροβουνίου, πάνω σε μια χαμηλή ράχη στο εσωτερικό ενός εκτεταμένου υγροτοπικού συστήματος, το οποίο σήμερα είναι κατά μεγάλο μέρος του αποξηραμένο. Η κατανόηση της θέσης της στον χώρο συνδέεται άμεσα με την εξέταση της διαχρονικής μεταβολής της ακτογραμμής του Αμβρακικού, των φάσεων θαλάσσιας διείσδυσης και παλινδρόμησης κατά το Ολόκαινο, καθώς και των αλλεπάλληλων μετακινήσεων της κοίτης του Λούρου, ενός ποταμού που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του δυτικού τμήματος της παράκτιας πεδιάδας της. Γύρω στα μέσα της 5ης χιλιετίας π.Χ. η θάλασσα εισχωρούσε πολύ βορειότερα από τη σημερινή της θέση, μετατρέποντας απομονωμένους λόφους, όπως το Μαυροβούνι, σε νησίδες εντός του Αμβρακικού κόλπου. Η Στρογγυλή βρισκόταν σε άμεση γειτνίαση με ένα παράκτιο περιβάλλον, στην περιοχή κυριαρχούσαν παράκτιες ή ρηχές θαλάσσιες συνθήκες γύρω στο 4500-3600 π.Χ. και ήταν τότε άμεσα παραθαλάσσια ή ακόμη και ένα μικρό ακρωτήριο που περιβαλλόταν από υφάλμυρο νερό. Μετά το πέρας της μέγιστης υδροστατικής ανόδου (περ. 1500 π.Χ.), η ακτογραμμή άρχισε σταδιακά να απομακρύνεται προς τα νότια λόγω των έντονων προσχώσεων. Η διαδικασία αυτή οφειλόταν κατά κύριο λόγο στην εισροή ιζημάτων από τον Λούρο, ο οποίος σταθεροποιήθηκε προσωρινά σε μια νότια ή νοτιοδυτική πορεία, τροφοδοτώντας με λεπτόκοκκα φερτά υλικά τις παλιότερες θαλάσσιες λεκάνες και μετατρέποντάς τες σε εκτεταμένους υγροτόπους και έπειτα σε δελταϊκές εκτάσεις. Η Στρογγυλή, όντας σε μια φυσική υπερύψωση, παρέμεινε καθ’ όλη αυτή τη μεταβατική φάση στα όρια μεταξύ ξηράς και νερού, ελέγχοντας έναν κομβικό χώρο όπου η θάλασσα και ο ποταμός διαμόρφωναν μικροπεριβάλλοντα εξαιρετικά πλούσια και παραγωγικά.

 

Ο Λούρος υπήρξε ο κύριος διαμορφωτής της δυτικής πεδιάδας του Αμβρακικού. Τα δεδομένα δείχνουν ότι κατά την αρχαιότητα η κοίτη του δεν ακολουθούσε την τωρινή δυτική εκτροπή, αλλά κατευθυνόταν πιο ευθύγραμμα προς τον νότο, πιθανόν εκβάλλοντας είτε απευθείας στον κόλπο είτε μέσα στη λιμνοθάλασσα Τσουκαλιό. Η παλαιότερη κοίτη, πριν μεταβληθεί μεταξύ των 10ου-15ου αι. μ.Χ., βρισκόταν πολύ εγγύτερα στην Στρογγυλή από ό,τι σήμερα. Από τη μελέτη των ιζημάτων καταδεικνύεται ότι η περιοχή δέχθηκε σημαντικές επιρροές από ποτάμιες εκφορτίσεις, γεγονός που τεκμηριώνει την εγγύτητα ενός ενεργού διαύλου του Λούρου κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους. Από το 1500 π.Χ. μέχρι και τον Μεσαίωνα η ακτογραμμή απομακρύνεται, το τοπίο γίνεται περισσότερο έλος, ενώ η σταθερή αλλά σταδιακά μεταβαλλόμενη κοίτη του Λούρου δημιουργεί νέες λωρίδες εύφορης γης. Η Στρογγυλή μετατρέπεται σε σημείο με κυριαρχία υγροτοπικών συνθηκών αλλά όχι πλέον παραθαλάσσιο. Η γεωμορφολογική αυτή εξέλιξη εξηγεί και την επιμονή της κατοίκησης μέχρι τους ύστερους βυζαντινούς και οθωμανικούς χρόνους. Η αλλαγή της κοίτης προς τη σημερινή της θέση, η οποία τοποθετείται μεταξύ 10ου και 15ου αι. μ.Χ. και θεωρείται πιθανότατα τεχνητή, προκειμένου να αποξηρανθούν έλη και να επεκταθεί η καλλιεργήσιμη γη, μετέφερε τον ποταμό δυτικότερα, μετατρέποντας την Στρογγυλή σε σημείο πιο απομακρυσμένο από την κοίτη, αλλά πάντα εντός ενός λιμναίου-υγροτοπικού περιβάλλοντος. Κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους η Στρογγυλή βρίσκεται σε παράκτια θέση, πολύ κοντά σε ένα εκτεταμένο θαλάσσιο μέτωπο. Η παρουσία της ρωμαϊκής villa rustica σε αυτή τη φάση πιθανότατα συνδέεται με την εκμετάλλευση της γης και της ακτογραμμής. Η γειτνίαση με τη θάλασσα και τις αποθέσεις υφάλμυρων νερών εξασφάλιζε προσβασιμότητα, πλουτοπαραγωγικούς πόρους και διακίνηση προϊόντων. Ως εκ τούτου, η θέση της Στρογγυλής, πάντοτε ανάμεσα στο υγρό και το ξηρό στοιχείο, κοντά αλλά ποτέ μακριά από ποτάμιους και θαλάσσιους πόρους, φαίνεται πως προσέδωσε στον χώρο μια συνεχή λειτουργική σημασία. Στην προϊστορία, η πρόσβαση σε πλούσια υδρόβια οικοσυστήματα ενίσχυσε την εγκατάσταση. Στους ιστορικούς χρόνους, η γειτνίαση με τον Λούρο και τον Αμβρακικό παρείχε δυνατότητες μεταφοράς, εκμετάλλευσης φυσικών πόρων και αγροτικής παραγωγής σε ένα περιβάλλον εύφορο αλλά απαιτητικό. Στον Μεσαίωνα, ο έλεγχος του υγροτοπικού χώρου, ακόμη κι όταν η ακτογραμμή είχε αποσυρθεί, συνέχισε να προσφέρει γεωστρατηγική αξία, λόγω καλλιεργήσιμων εδαφών και υδατοσυλλογής.

 

Συμπερασματικά, η παλαιογεωγραφική διαμόρφωση του Αμβρακικού κόλπου αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα δυναμικού παράκτιου περιβάλλοντος, όπου η αλληλεπίδραση θαλάσσιων και ποτάμιων διεργασιών καθόρισε τόσο το φυσικό τοπίο όσο και την ανθρώπινη εγκατάσταση. Η περιοχή, κατά την προϊστορική και ιστορική περίοδο, υπήρξε ένα μεταβαλλόμενο μωσαϊκό λιμνοθαλασσών, εκβολικών συστημάτων, ποτάμιων αποθέσεων και παράκτιων φυσικών ορίων. Η κλειστή μορφολογία του Αμβρακικού, σε συνδυασμό με την έντονη προσχωσιγενή δράση του Αράχθου και του Λούρου, οδήγησε σε προοδευτική μετατόπιση της ακτογραμμής προς τα νότια, μεταβάλλοντας ριζικά τη σχέση ξηράς-θάλασσας και επηρεάζοντας καθοριστικά τον χαρακτήρα και τη λειτουργία παράκτιων οικιστικών κέντρων. Ο Άραχθος και ο Λούρος αποτέλεσαν τους κύριους παράγοντες προσχώσεων, δημιουργώντας εκτεταμένα αλλουβιακά ριπίδια που σταδιακά γέμισαν τα βόρεια τμήματα του κόλπου. Κατά την προϊστορική περίοδο, μεγάλο τμήμα της σημερινής πεδιάδας ήταν ρηχή θαλάσσια ή λιμνοθαλάσσια ζώνη. Γύρω στην 3η χιλιετία π.Χ., η περιοχή των Ρωγών (Βουχέτιο) φαίνεται να αποτελούσε παράκτια νησίδα ή ακρωτήριο. Μεταξύ της κλασικής και της ρωμαϊκής περιόδου, η ένταση των προσχώσεων αυξήθηκε, φαινόμενο που συνδέεται τόσο με φυσικές πλημμυρικές φάσεις, όσο και με αποψιλωτικές και αγροτικές δραστηριότητες στην ενδοχώρα. Η μεταβολή αυτή οδήγησε στη σταδιακή μετατροπή ανοικτών θαλάσσιων υδάτων σε έλη, υφάλμυρες λιμνοθάλασσες και, τελικά, σε χερσαία τμήματα. Στο πλαίσιο αυτό, το Κάστρο Ρωγών κατέχει καίρια θέση. Η επιλογή της τοποθεσίας επάνω σε φυσικό ύψωμα, που έλεγχε το εκβολικό μέτωπο του Λούρου, εξηγείται από την ανάγκη εποπτείας θαλάσσιων και χερσαίων δικτύων. Την εποχή της ίδρυσης και ακμής του, η θέση είχε άμεση πρόσβαση σε θαλάσσιους διαύλους, γεγονός που ευνοούσε το εμπόριο και τη στρατιωτική εποπτεία. Ωστόσο, με τη σταδιακή πρόσχωση και την απομάκρυνση της θάλασσας, οι Ρωγοί από παράκτιο οχυρωμένο κέντρο κατέληξαν στην ενδοχώρα, χάνοντας τον αρχικό στρατηγικό τους ρόλο.

 

Αντίστοιχα, η θέση της Στρογγυλής, χτισμένη επάνω σε χαμηλό ύψωμα, βρισκόταν σε περιβάλλον πολύ πιο εκτεθειμένο στις υγροτοπικές μεταβολές. Η εγγύτητα σε λιμνοθαλάσσια συστήματα και υφάλμυρες ζώνες εξηγεί πιθανότατα την παρουσία οικονομικών δραστηριοτήτων που σχετίζονταν με αγροκτηνοτροφική παραγωγή και εκμετάλλευση υδάτινων πόρων. Τα συχνά πλημμυρικά επεισόδια, οι εναποθέσεις ιζημάτων και η μεταβολή του υδρολογικού ισοζυγίου επηρέασαν άμεσα την κατοίκηση και τη διάρκεια χρήσης του χώρου. Σε αντίθεση με τους Ρωγούς, η σημασία της Στρογγυλής δεν βασίστηκε στη στρατηγική εποπτεία, αλλά στην πρόσβαση σε υγροτοπικούς πόρους, γεγονός που την καθιστά χαρακτηριστική μορφή εγκατάστασης σε δυναμικό παράκτιο περιβάλλον. Η συγκριτική εξέταση των δύο θέσεων αποκαλύπτει δύο διαφορετικούς τρόπους προσαρμογής στο ίδιο μεταβαλλόμενο τοπίο. Οι Ρωγοί εκφράζουν τον αμυντικό-επιτελικό χαρακτήρα ενός κόμβου ελέγχου σε παράκτιο δίκτυο, ενώ η Στρογγυλή εκφράζει την οικονομική-εκμεταλλευτική διάσταση ενός υγροτοπικού συστήματος. Και στις δύο περιπτώσεις, η παλαιογεωγραφική εξέλιξη υπήρξε καθοριστικός παράγοντας για την ακμή, τη λειτουργία και την εγκατάλειψη των θέσεων. Η προϊστορία, η κλασική, η ελληνιστική και η ρωμαϊκή περίοδος στον Αμβρακικό δεν μπορούν να ερμηνευθούν χωρίς τη στενή σύνδεση γεωμορφολογίας, υδρολογίας και ανθρώπινης δραστηριότητας. Συμπερασματικά, ο Αμβρακικός κόλπος αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα όπου το παλαιογεωγραφικό υπόβαθρο δεν λειτουργεί ως στατικό σκηνικό, αλλά ως ενεργός παράγοντας ιστορικής εξέλιξης. Οι Ρωγοί και η Στρογγυλή, ως δύο συμπληρωματικά παραδείγματα χρήσης του παράκτιου χώρου, φανερώνουν τον άρρηκτο δεσμό ανάμεσα στις διεργασίες της φύσης και στις επιλογές των ανθρώπινων κοινοτήτων.

 

Το αρχαιολογικό τοπίο της Παλαιάς Ηπείρου κατά την ύστερη αρχαιότητα και τους πρώιμους βυζαντινούς χρόνους διαρθρώνεται σε ένα σύστημα κέντρων και περιφερειακών εγκαταστάσεων, οργανωμένων γύρω από τον Αμβρακικό κόλπο. Η Νικόπολη, ως ίδρυμα ρωμαϊκής πολιτικής βούλησης και κατόπιν πρωτεύουσα μητρόπολη, λειτούργησε ως μοχλός αστικοποίησης και διαχείρισης της ενότητας του χώρου. Η μνημειακότητα των δημόσιων οικοδομημάτων, οι οχυρώσεις, οι βασιλικές και η μαρτυρημένη διοικητική συνέχεια αντικατοπτρίζουν την πολιτική, οικονομική και εκκλησιαστική βαρύτητα της πόλης. Αντίθετα, θέσεις όπως η Στρογγυλή φανερώνουν το άλλο άκρο του ίδιου συστήματος: εγκαταστάσεις με αγροτικό και παράλιο χαρακτήρα, μικρής κλίμακας, με αρχιτεκτονική λειτουργική και συνδεδεμένη με την άντληση και διοχέτευση πόρων. Οι δύο χώροι, αντί να ερμηνεύονται μεμονωμένα, αποτελούν αλληλένδετα μέρη του ίδιου αρχαιολογικού οργανισμού. Η οικονομία, η κατοίκηση, οι ανταλλαγές και οι μεταφορές συγκροτούσαν ενιαίο πλέγμα. Η Παλαιά Ήπειρος, επομένως, δεν εμφανίζεται ως διάσπαρτο ψηφιδωτό ασύνδετων οικισμών, αλλά ως ιεραρχημένο δίκτυο, όπου το κέντρο (Νικόπολη) εξασφάλιζε διοίκηση, έλεγχο, αποθήκευση και ιδεολογική νομιμοποίηση, ενώ η περιφέρεια (Στρογγυλή και ανάλογες θέσεις) παρήγαγε, τροφοδοτούσε και διατηρούσε τη ροή πόρων και ζωής. Το μοντέλο αυτό ευθυγραμμίζεται με αντίστοιχες δομές της ύστερης αρχαιότητας στον ελλαδικό και βαλκανικό χώρο, επιβεβαιώνοντας ότι η μελέτη μικρότερων θέσεων δεν είναι περιφερειακή, αλλά ουσιαστική για την κατανόηση της λειτουργίας των μεγάλων αστικών κέντρων. Σύμφωνα με τον Δ. Δρακούλη, ο οικισμός, τον οποίο κατατάσσει στο δευτερεύον δίκτυο οικισμών της πρώιμης βυζαντινής περιόδου, αποτελώντας έναν ρωμαϊκό οικισμό τρίτου μεγέθους, πεδινό και παραποτάμιο, συνιστούσε έναν ρωμαϊκό οικισμό που ήλεγχε τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της γειτνιάζουσας λιμνοθάλασσας.

IMG_20240906_185805[3].jpg

University of Patras

Department of History-Archaeology

Building B, Patras University campus, GR26504, Rion, Greece

+30 2610962885-6

+30 2610962997-99

 

© 2026 by C. Merantzas. Powered and secured by Wix 

 

bottom of page